του Michel Collon*
Την ημέρα
της τρομοκρατικής επίθεσης στις Βρυξέλλες πέρασα κάποιες ώρες προσπαθώντας να
δω πού βρίσκονταν οι δικοί μου. Ποιος κακότυχος μπορεί να είχε βρεθεί σ’ αυτό
το καταραμένο μετρό που παίρνω κι εγώ όταν πηγαίνω στα γραφεία του
Investig’Action; Ποιος κακότυχος μπορεί να είχε βρεθεί κοντά στo Starbucks του
αεροδρομίου, όπου κι εγώ παίρνω συχνά ένα τσάι περιμένοντας το αεροπλάνο;
Εναγώνιες ώρες, καθότι όλα τα δίκτυα ήταν παραφορτωμένα.
Τέλος πάντων,
όπως τόσοι άλλοι κάτοικοι των Βρυξελλών, έζησα για μια μέρα ό,τι ζουν εδώ και
τόσα χρόνια οι Ιρακινοί, οι Λίβυοι, οι Σύριοι και, πριν από αυτούς, οι
Αλγερινοί. Επειδή τυχαίνει να έχω βρεθεί πολλές φορές σε μέρη που έχουν
βομβαρδίσει οι Δυτικοί, ξέρω με τι μοιάζουν αυτά τα κομματιασμένα σώματα που
κανείς ποτέ πια δεν θα μπορέσει να ξαναγκαλιάσει. Έχω δει με τα μάτια μου τον
πόνο εκείνων που τους έχουν στερήσει για πάντα το σύζυγο, την γυναίκα ή το
παιδί τους.
Όπως τόσοι
άλλοι κάτοικοι των Βρυξελλών, έκλαψα κι ένιωσα ότι ήθελα να δείρω αυτούς τους εγκληματίες
που σκοτώνουν αθώους ανθρώπους. Όμως εγκληματίας δεν γεννιέται κανείς, γίνεται.
Και το πιο κρίσιμο ερώτημα είναι: πώς φτάνει κανείς εκεί; Στην άρνηση της αξίας
της ζωής τόσων αθώων! Στο να τους βασανίζουν και να τους τρομοκρατούν αντί να
αγωνίζονται κι αυτοί μαζί τους, μαζί με αυτούς τους αθώους, ενάντια στην αδικία
που μας χτυπάει όλους; Ποιος δηλητηριάζει το μυαλό των νέων, ποιος τους δίνει
το παράδειγμα της βίας; Ποιος τους βυθίζει στην απελπισία και κυρίως ποιος τους
δίνει τα όπλα; Εγκληματίες, ναι, αλλά συγχρόνως και θύματα, κι ας μη σας
σοκάρει μια τέτοια σκέψη.












